Γρηγόριος Λαμπρινός M.D. F.E.B.U.

Χειρουργός Ουρολόγος Ανδρολόγος

Στοιχεία επικοινωνίας
Ιατρείο: 210-59.86.795
Γραμματεία: 6988-60.69.92
info@lamprinos.gr

Στοιχεία επικοινωνίας

Ιατρείο: 210-59.86.795 – Γραμματεία: 6988-60.69.92

info@lamprinos.gr

Αρχική » Παθήσεις » ΟΓΚΟΛΟΓΙΑ

Καρκίνος του Πέους

Καρκίνος του Πέους: Μια Σπάνια αλλά Σημαντική Απειλή

Ο καρκίνος του πέους αποτελεί μια σπάνια αλλά σοβαρή μορφή καρκίνου που επηρεάζει το ανδρικό γεννητικό σύστημα. Παρά το γεγονός ότι η συχνότητα εμφάνισής του είναι χαμηλή σε σύγκριση με άλλους τύπους καρκίνου, οι επιπτώσεις του μπορούν να είναι καταστροφικές για την ποιότητα ζωής των ασθενών. Η έγκαιρη διάγνωση και η αποτελεσματική θεραπεία είναι κρίσιμες για την πρόγνωση και την επιβίωση.

Αιτίες και Παράγοντες Κινδύνου

Οι αιτίες του καρκίνου του πέους δεν είναι πλήρως κατανοητές, ωστόσο έχουν εντοπιστεί αρκετοί παράγοντες κινδύνου. Ο πιο σημαντικός από αυτούς είναι η μόλυνση από τον ιό των ανθρώπινων θηλωμάτων (HPV), ιδίως τα στελέχη HPV-16 και HPV-18, που συνδέονται επίσης με καρκίνους του τραχήλου της μήτρας και του πρωκτού. Άλλοι παράγοντες κινδύνου περιλαμβάνουν την κακή υγιεινή της γεννητικής περιοχής, την απουσία περιτομής (ιδίως σε περιπτώσεις που συνυπάρχει φίμωση), το κάπνισμα, και κάποιες δερματοπάθειες όπως η λευκοπλακία.

Συμπτώματα

Τα αρχικά συμπτώματα του καρκίνου του πέους μπορεί να είναι λεπτά και συχνά αγνοούνται. Συνήθως περιλαμβάνουν αλλαγές στο δέρμα του πέους, όπως ερυθρότητα, όγκους ή έλκη που δεν επουλώνονται. Άλλα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν πόνο, αιμορραγία, και ασυνήθιστη έκκριση. Σε προχωρημένα στάδια, ο καρκίνος μπορεί να προκαλέσει διογκωμένους λεμφαδένες στη βουβωνική χώρα.
Μία ιδιαιτερότητα των ασθενών με καρκίνο του πέους είναι ότι οι ίδιοι τείνουν να αρνούνται τη νόσο και να αναζητούν ιατρική βοήθεια μετά από πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, επηρεάζοντας τόσο τις θεραπευτικές επιλογές τους, όσο και την πρόγνωση.

Διάγνωση

Η διάγνωση του καρκίνου του πέους περιλαμβάνει κλινική εξέταση και βιοψία του ύποπτου ιστού. Απεικονιστικές εξετάσεις, όπως μαγνητική τομογραφία (MRI) και υπολογιστική τομογραφία (CT), μπορεί να χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση της εξάπλωσης του καρκίνου.

Θεραπεία

Η θεραπεία του καρκίνου του πέους εξαρτάται από το στάδιο και τη σοβαρότητα της νόσου. Οι επιλογές θεραπείας περιλαμβάνουν χειρουργική αφαίρεση του όγκου, ακτινοθεραπεία, και χημειοθεραπεία. Σε αρχικά στάδια, μπορεί να είναι αρκετή η τοπική εκτομή του όγκου, ενώ σε πιο προχωρημένα στάδια μπορεί να απαιτείται μερική ή ολική αφαίρεση του πέους (πεεκτομή). Η αποκατάσταση και η ψυχολογική υποστήριξη είναι κρίσιμες για την ποιότητα ζωής των ασθενών μετά τη θεραπεία.

Πρόληψη

Η πρόληψη του καρκίνου του πέους περιλαμβάνει την προαγωγή της υγιεινής της γεννητικής περιοχής, την περιτομή σε νεαρή ηλικία (ιδιαίτερα σε χώρες με υψηλή επίπτωση καρκίνου του πέους), και τον εμβολιασμό κατά του HPV. Ο εμβολιασμός κατά του HPV είναι ήδη ευρέως διαδεδομένος για την πρόληψη του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και συνιστάται επίσης για τους άνδρες για την προστασία έναντι του καρκίνου του πέους και άλλων σχετικών μορφών καρκίνου.

Συμπέρασμα

Ο καρκίνος του πέους, παρότι σπάνιος, είναι μια σοβαρή ασθένεια που απαιτεί έγκαιρη διάγνωση και αποτελεσματική θεραπεία. Η κατανόηση των παραγόντων κινδύνου και η προληπτική ιατρική είναι καίριας σημασίας για τη μείωση της επίπτωσης και την βελτίωση της πρόγνωσης των ασθενών. Οι ιατροί και οι ασθενείς πρέπει να είναι ενήμεροι για τα συμπτώματα και τις θεραπευτικές επιλογές ώστε να επιτευχθεί το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Καρκίνος του προστάτη

Καρκίνος του προστάτη

Ο καρκίνος του προστάτη είναι ο δεύτερος σε συχνότητα μεταξύ των αντρών και αντιπροσωπεύει το 15% των ογκολογικών περιστατικών στους άντρες. Θεωρείται ότι ιστολογικά έχει την ίδια συχνότητα σε όλες τις ηπείρους, αλλά ο αριθμός των περιστατικών που διαγιγνώσκονται με καρκίνο του προστάτη παρουσιάζεται υψηλότερος στην Σκανδιναβία και Βόρεια Ευρώπη, στην Αυστραλία/Νέα Ζηλανδία και στις Η.Π.Α. Οι λευκοί των χωρών αυτών, αλλά και οι ασθενείς που ανήκουν στη μαύρη φυλή, έχουν υψηλότερα ποσοστά συχνότητας και θνησιμότητας καρκίνου του προστάτη.

Πέρα από το εθνικό/φυλετικό υπόβαθρο, ο κύριος παράγοντας κινδύνου είναι η ηλικία. Το 60% τουλάχιστον των ασθενών με καρκίνο του προστάτη είναι ηλικίας άνω των 65 ετών, ενώ σε κάθε ηλικιακή δεκαετία η πιθανότητα διάγνωσης του καρκίνου του προστάτη αυξάνεται σημαντικά. Ο καρκίνος του προστάτη μπορεί να είναι πολύ συχνός, αλλά παραμένει πάντα ιδιαίτερα αργός.

Ασθενείς με οικογενειακό ιστορικό έχουν επίσης σημαντικά υψηλότερο κίνδυνο (η πιθανότητα διάγνωσης καρκίνου του προστάτη αυξάνεται από 5 έως 11 φορές ανάλογα με τον αριθμό των συγγενών πρώτου βαθμού με διάγνωση της νόσου) και για το λόγο αυτό πρέπει να ξεκινούν έλεγχο από ειδικό από την ηλικία των 40.

Είναι επίσης γνωστό ότι πολλά διατροφικά στοιχεία σχετίζονται ποικιλοτρόπως με τον καρκίνο του προστάτη. Ακολουθεί ένας ενδεικτικός πίνακας με τις τροφές που έχουν ισχυρή στατιστική σχέση με τον καρκίνο του προστάτη.

Αλκοόλ Η υψηλή κατανάλωση αλκοόλ, αλλά επίσης και η πλήρης αποχή σχετίζονται με υψηλότερο κίνδυνο καρκίνο προστάτη, αλλά και θανάτου από καρκίνο του προστάτη.
Ντομάτες Τα λυκοπένια στη ντομάτα (κυρίως στη μαγειρεμένη) φαίνεται να έχουν κάποια θετική προστατευτική δράση σχετικά με τον καρκίνο του προστάτη
Φυτοοιστρογόνα (σόγια) Ιδιαίτερα η σόγια φαίνεται να σχετίζεται τόσο με μειωμένο ρίσκο εμφάνισης καρκίνου του προστάτη όσο και με μικρότερη πιθανότητα προχωρημένης νόσου

Πρακτικά δεν υπάρχουν συγκεκριμένες διατροφικές οδηγίες που προλαμβάνουν την εμφάνιση καρκίνου του προστάτη, αν και διατροφή παίζει το ρόλο της. Δεδομένου του ότι οι μεσόγειοι λαοί έχουν χαμηλότερα ποσοστά συχνότητας και θνησιμότητας καρκίνου του προστάτη, μια ισορροπημένη διατροφή (ακολουθόντας τις αρχές της Μεσογιακής Διατροφής) συστήνεται ανεπιφύλακτα.

Φάρμακα

Οι αναστολείς της 5-α-αναγωγάσης (όπως φιναστερίδη και ντουταστερίδη), που χορηγούνται για την καλοήθη υπερπλασία του προστάτη προκειμένου να συρρικνώσουν τον προστάτη, είναι γνωστό ότι μειώνουν στο 50% το PSA (βλέπε παρακάτω). Θεωρείται ότι μειώνουν ή καθυστερούν τη διάγνωση καρκίνου του προστάτη, αλλά αυξάνουν λίγο τον κίνδυνο διάγνωσης πιο προχωρημένης νόσου (ενδεχομένως καθυστερώντας τη διάγνωση).

Η τεστοστερόνη που μπορεί να χορηγηθεί σε περιπτώσεις υπογοναδισμού, δεν προκαλεί καρκίνο του προστάτη (όταν η νόσος δεν υπάρχει), αλλά αν και εφόσον ο καρκίνος του προστάτη είναι ήδη παρόν, τείνει να τον ενεργοποιεί.

Συμπτώματα – Διάγνωση

Ο καρκίνος του προστάτη γενικά δεν παρουσιάζει ειδικά συμπτώματα. Ουρολογικά συμπτώματα που μπορεί να αναφέρει κάποιος ασθενής με καρκίνο του προστάτη σχετίζονται κατά κανόνα με την καλοήθη υπερπλασία του προστάτη, η οποία αποτελεί τη φυσιολογική ωρίμανση του προστάτη μετά τα 40 (δεδομένου ότι όλοι οι ασθενείς με καρκίνο του προστάτη θα είναι μεγαλύτεροι).

Από τα τέλη της δεκαετίας του 80, μπήκε στην κλινική πράξη το PSA, το ειδικό προστατικό αντιγόνο, που τείνει να είναι αυξημένο στο αίμα των ασθενών με καρκίνο του προστάτη. Τo PSA αυξάνεται και σε άλλες περιπτώσεις (όπως καλοήθη υπερπλασία προστάτη, φλεγμωνές, ουρολογικούς χειρισμούς, σεξουαλική πράξη κ.ά.) και γι’αυτό από μόνο του δε θέτει καμία διάγνωση. Το 95% των ασθενών με καρκίνο του προστάτη θα έχει αυξημένο (και  σταθερά αυξανόμενο) PSA, αλλά μόνο το 50% με υψηλό PSA θα διαγνωσθεί με καρκίνο του προστάτη.

Όταν εξετάζουμε το PSA, πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι δεν συνυπάρχει ουρολοίμωξη ή άλλος λόγος για τον οποίο μπορεί το PSA να είναι αυξημένο, ενώ είναι λάθος να γίνεται διερεύνηση με βάση ένα μόνο PSA. Η εξέταση αυτή καλό είναι να επαναλαμβάνεται στο ίδιο εργαστήριο (σε διάστημα 2-3 εβδομάδων) έτσι ώστε να έχουμε επιβεβαίωση της τιμής. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία πόσο ψηλή είναι η συγκέντρωση του PSA, όσο πώς το PSA μεταβάλλεται στο χρόνο.

Το PSA χρεισημοποιείται μαζί με τη δακτυλική εξέταση του προστάτη από ουρολόγο, ενώ πλέον υπάρχουν νέα διαγνωστικά εργαλεία (με σημαντικότερο την πολυπαραμετρική μαγνητική τομογραφία του προστάτη) για τη σωστή διερεύνηση των ασθενών. Με την πλήρη διερεύνηση του ασθενούς, ο ουρολόγος πρέπει να απαντήσει σε μια ξεκάθαρη ερώτηση.

Υπάρχει λόγος/ένδειξη για να υποβληθεί ο ασθενής σε βιοψία προστάτη?

Αν υπάρχει ισχυρή κλινική υποψία καρκίνου του προστάτη (με βάση το PSA, τη δακτυλική εξέταση ή/και τη μαγνητική), τότε ο ασθενής πρέπει να κάνει βιοψία προκειμένου να επιβεβαιωθεί η κλινική υποψία. Δυστυχώς δεν είναι δυνατόν να αποκλειστεί ο καρκίνος του προστάτη, ποτέ και από κανέναν. Ο μοναδικός τρόπος για να γίνει αυτό, θα ήταν να αφαιρεθεί ο προστάτης και αφού εξεταστεί με μικροσκόπιο να καταλήξουμε στο ότι δεν υπήρχε καρκίνος στον προστάτη (χειρισμός καθόλου πρακτικός).

Επί θετικής βιοψίας, ξέρουμε ότι υπάρχει καρκίνος του προστάτη, αλλά επί αρνητικής βιοψίας, είτε δεν υπάρχει καρκίνος, είτε η βιοψία απέτυχε να τον εντοπίσει.

Διαγνώστηκα με καρκίνο του προστάτη – τώρα?

Οι ασθενείς που θα βρεθούν να έχουν καρκίνο του προστάτη, πρέπει να υποβληθούν σε αυτό που ονομάζουμε σταδιοποίηση. Πρέπει να γνωρίζουμε δηλαδή, τι κύτταρα καρκίνου υπάρχουν (πόσο επιθετικά είναι δηλαδή), αν έχουν περάσει την προστατική κάψα, αν έχουν διηθήσει τοπικούς ή μακρινούς λεμφαδένες και βεβαίως αν έχουν δώσει μεταστάσεις σε άλλα όργανα (τα οστά της λεκάνης είναι η πιο συνηθισμένη αρχική μετάσταση).

Με βάση το στάδιο θα εξαρτηθεί η διαχείριση ή και η θεραπεία του ασθενούς.

Θεραπεία

Ο καρκίνος του προστάτη μπορεί να αφορά πολύ λίγα κύτταρα που βρίσκονται σε αδρανή ή ημιαδρανή κατάσταση. Πράγματι, τις περισσότερες φορές οι ασθενείς πεθαίνουν με καρκίνο του προστάτη (κάποιοι ούτε καν γνωρίζουν για τη νόσο), αλλά όχι από καρκίνο του προστάτη. Βαθμολογούμε την επιθετικότητα των κυττάρων με το Gleason pattern και score. Το Gleason pattern πηγαίνει από 1 έως 5, όπου 1 είναι τα φυσιολογικά κύτταρα του προστάτη, 2 είναι άτυπα (όχι καρκίνος), ενώ το 3, 4 και 5 είναι καρκινικά κύτταρα (το 3 είναι τα λιγότερο επιθετικά, ενώ το pattern 5 σχετίζεται με τις πιο επιθετικές μορφές της νόσου).

Με βάση το PSA διάγνωσης, τη δακτυλική, τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας και ασφαλώς την ιστολογική έκθεση, μπορούμε να πούμε αν η νόσος είναι χαμηλού, ενδιάμεσου ή υψηλού κινδύνου. Σε περιπτώσεις χαμηλού κινδύνου και ασθενείς που είναι μεγάλης ηλικίας, με μέσο προς χαμηλό προσδόκιμο επιβίωσης, μπορεί να μη χρειάζεται και καμία θεραπεία. Σε κάθε περίπτωση βέβαια απαιτείται τακτική παρακολούθηση, έτσι ώστε αν αλλάξει κάτι, να μπορεί ο ασθενής να παραπεμθεί στην κατάλληλη θεραπευτική επιλογή (αν και εφόσον αποκτήσει ένδειξη).

Υπάρχουν ασθενείς, που γνωρίζουμε ότι θα χρειαστούν θεραπεία. Η πιο γνωστή είναι η ριζική προστατεκτομή, μια επέμβαση κατά την οποία αφαιρείται ο προστάτης στο σύνολό του, μαζί με την κάψα του, τις σπερματοδόχες κύστεις και το τελικό τμήμα των επιδιδυμίδων. Κατόπιν, αναστομώνεται η ουρήθρα κατευθείαν με την ουροδόχο κύστη. Αυτή η επέμβαση, αποτελεί το λεγόμενο χρυσό κανόνα εδώ και 3 δεκαετίες, μιας και αφαιρόντας τον προστάτη, αν και εφόσον αποδειχτεί με την ιστολογική, ότι ο καρκίνος ήταν μόνο μέσα στην κάψα, επιτυγχάνεται η πλήρης ίαση.

Η ριζική προστατεκτομή έχει ως κύριες πιθανές επιπλοκές την απώλεια της στυτικής λειτουργίας και την ακράτεια ούρων. Με την απόκτηση εμπειρίας, αλλά και με την τεχνολογική εξέλιξη (αρχικά με τη λαπαροσκοπική και κατόπιν με τη ρομποτική προστατεκτομη), οι πιθανές αυτές επιπλοκές τείνουν να μειώνονται, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έχουν μηδενιστεί.

Εναλλακτικά οι ασθενείς μπορούν να υποβληθούν σε ακτινοβολίες, με τις οποίες ακτινοβολούνται τα καρκινικά κύτταρα, αλλά παράλληλα φυσιολογικά κύτταρα θα παρουσιάσουν βλάβες. Πέρα από την πιθανή στυτική δυσλειτουργία και την ακράτεια, υπάρχουν επιπλέον πιθανές επιπλοκές, όπως έντονα δυσουρικά ενοχλήματα, εντερικά συμπτώματα, ερεθισμός του δέρματος, δευτεροπαθή νεοπλάσματα κ.ά.

Η βραχυθεραπεία (εισαγωγή ραδιενεργών κοκκίων εντός του προστάτη) υπήρξε αρκετά δημοφιλής στο παρελθόν, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α., αλλά οι ασθενείς με τόσο χαμηλού κινδύνου καρκίνο πλέον απλά παρακολουθούνται. Την τελευταία δεκαετία και με την εισαγωγή της πολυπαραμετρικής μαγνητικής τομογραφίας (με την οποία μπορούμε να δούμε τις περισσότερες καρκινικές βλάβες εντός του προστάτη) έχουν αναπτυχθεί οι Εστιακές Θεραπείες (κυρίως το HIFU και η Κρυοθεραπεία), με τις οποίες υποβάλλεται σε θεραπεία μόνο το μέρος του προστάτη το οποίο έχει νόσο, με κλινικά σημαντικά λιγότερες λειτουργικές επιπλοκές και πολύ καλά ογκολογικά αποτελέσματα, αν και εφόσον οι θεραπείες αυτές χορηγηθούν από Ουρολόγο με εμπειρία στον τομέα αυτό.

Τέλος, η ορμονοθεραπεία (χορήγηση αντιανδρογόνων που καταστέλουν την τεστοστερόνη) είναι μια ισχυρότατη θεραπεία με άριστα αποτελέσματα, αλλά σπάνια χορηγείται σα μονοθεραπεία. Υπάρχουν μια σειρά από παρενέργειες, που είναι γενικά ανεκτές, αλλά δυστυχώς με το πέρασμα του χρόνου, κάποια καρκινικά κύτταρα θα γίνουν ορμονοάντοχα και πλέον η διαχείρηση περνάει στους ογκολόγους με χημειοθεραπευτικά σκευάσματα.

 

Το βασικά σημεία σχετικά με τον καρκίνο του προστάτη είναι τα εξής:

 

  • Σπάνια έχουμε συμπτώματα, χρειάζεται τακτικός έλεγχος σε ετήσια βάση από ουρολόγο με PSA και δακτυλική (από τα 50), ιδιαίτερα αν υπάρχει οικογενειακό ιστορικό (σε αυτή την περίπτωση κάνω το πρώτο PSA στα 40).
  • Ο καρκίνος του προστάτη δε μπορεί να αποκλειστεί ποτέ και από κανέναν.
  • Η διάγνωση σε πρώιμο στάδιο, όσο ο καρκίνος του προστάτη είναι εντοπισμένος εντός της κάψας, κάνει την πλήρη ίαση εξαιρετικά πιθανή.
  • Οι περισσότεροι ασθενείς θα είναι σε θέση να διαλέξουν ανάμεσα από πληθώρα θεραπευτικών επιλογών, αν και εφόσον διαγνωσθούν εγκαίρως.
  • Η διάγνωση της νόσου σε προχωρημένο στάδιο δεν επιτρέπει την πλήρη ίαση, αλλά μπορούμε να διαχειριστούμε σχεδόν το σύνολο των επιπλοκών της νόσου, φτάνει να υπάρχει τακτικός έλεγχος.
  • Ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών μπορεί να χρειαστούν παραπάνω από μία θεραπεία κατά τη διάρκεια της ζωής τους (π.χ. ακτινοβολίες μετά από την επέμβαση ή ορμονοθεραπεία μετά τις ακτινοβολίες).
Καρκίνος του νεφρού

Καρκίνος του νεφρού

Καρκίνος του νεφρού

Ο καρκίνος του νεφρού εμφανίζεται συχνότερα σε ενήλικες ηλικίας μεταξύ 60 και 80 ετών, ενώ είναι σπάνιος κάτω από τα 50. Είναι συνήθως ιάσιμος, αν και εφόσον διαγνωσθεί έγκαιρα. Στις περιπτώσεις που διαγνωσθεί σε προχωρημένο στάδιο, η πλήρης ίαση πιθανόν να μην είναι δυνατή. Υπάρχουν διάφοροι ιστολογικοί τύποι νεφρικού καρκίνου, με συχνότερο το καρκίνωμα νεφρικών κυττάρων (renal cell carcinoma, RCC).

Συμπτώματα καρκίνου του νεφρού

Παλαιότερα η διάγνωση του καρκίνου του νεφρού γίνονταν με βάση τη διαγνωστική τριάδα αιματουρίας, πόνου στην περιοχή του νεφρού και παρουσία ψηλαφητής μάζας. Αυτά ισχύουν για ευμεγέθεις όγκους των νεφρών, οι οποίοι δεν συναντώνται πλέον συχνά, λόγω της ευρήτατης χρήσης απεικονιστικών μέσων (κυρίως του υπερήχου και της αξονικής) με τα οποία βρίσκουμε κατά κανόνα τυχαία, μικρούς σε διαστάσεις όγκους. Το συχνότερο σύμπτωμα είναι το αίμα στα ούρα, ενώ πολύ σπανιότερα μπορεί να αναφερθεί πόνος από τους ασθενείς.

Αίτια καρκίνου του νεφρού

Δε γνωρίζουμε την ακριβή αιτιολογία του καρκίνου του νεφρού, αλλά γνωστοί προδιαθεσικοί παράγοντες είναι:

  • Παχυσαρκία, με Δείκτη Μάζας Σώματος (ΒΜΙ) μεγαλύτερο ή ίσο του 30.
  • Κάπνισμα
  • Αρτηριακή υπέρταση
  • Οικογενειακό ιστορικό καρκίνου του νεφρού σε συγγενείς πρώτου βαθμού
  • Κάποια γενετικά νοσήματα
  • Ιστορικό μεγάλης διάρκειας αιμοκάθαρσης

Η διατήρηση ενός φυσιολογικού σωματικού βάρους, με φυσιολογική αρτηριακή πίεση, σε συνδυασμό με την αποφυγή του καπνίσματος αποτελεί τον καλύτερο τρόπο να μειώσει κανείς την πιθανότητα να αναπτύξει καρκίνο στους νεφρούς.

Θεραπεία του καρκίνου του νεφρού

Η κατάλληλη θεραπεία για έναν ή μία ασθενή με καρκίνο του νεφρού εξαρτάται από το μέγεθος του όγκου και από το αν υπάρχουν μεταστάσεις. Οι κύριες θεραπευτικές επιλογές είναι:

  • Η χειρουργική αφαίρεση τμήματος ή όλου του νεφρού με καρκίνο (συχνότερη επιλογή)
  • Κάποιες εστιακές θεραπείες, όπως κρυοθεραπεία ή ραδιοκύματα (αρκετά διαδεδομένες στο εξωτερικό).
  • Βιολογικές θεραπείες – με φάρμακα που βοηθούν να σταματήσει να αναπτύσσεται ο καρκίνος.
  • Εμβολισμός, με μια διαδικασία που μπλοκάρει την παροχή του αίματος στον καρκίνο
  • Ακτινοβολίες.

Πρόγνωση του καρκίνου του νεφρού

Η πρόγνωση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το μέγεθος του όγκου, τη θέση του και κατά πόσο έχουν διαφύγει τα καρκινικά κύτταρα από το νεφρό, κατά το χρόνος της διάγνωσης.

Αν ο όγκος είναι ακόμα μικρός και βρίσκεται μέσα στο νεφρό, με τη χειρουργική αφαίρεση συνήθως επιτυχγάνεται πλήρης ίαση. Υπάρχουν κάποιοι πολύ μικροί όγκοι, με πολύ αργή ανάπτυξη, που μπορεί να μη χρειαστούν καμία θεραπεία – τουλάχιστον από την αρχή (ιδιαίτερα όταν οι ασθενείς είναι μεγάλης ηλικίας με μικρό προσδόκιμο επιβίωσης).

Αν ο καρκίνος έχει προχωρήσει εκτός του νεφρού, με τις θεραπείες προσπαθούμε να ελέξουμε τον καρκίνο, αλλά η πλήρης θεραπεία συνήθως δεν είναι δυνατή. Κάποιοι ασθενείς μπορεί να χειροτερεύσουν γρήγορα, ενώ άλλοι μπορεί να επιβιώσουν για αρκετά χρόνια, παρά την παρουσία ενός τέτοιου καρκίνου.

Περίπου 7 στους 10 ασθενείς ζουν τουλάχιστον ένα χρόνο από την αρχική διάγνωση ενώ το 50% θα ζήσει για τουλάχιστον 10 έτη.

Καρκίνος του όρχι

Καρκίνος του όρχι

Καρκίνος του όρχι

Ο καρκίνος του όρχι, αν και είναι αρκετά σπάνιος, αποτελεί το συχνότερο καρκίνο συμπαγούς οργάνου στους άντρες ηλικίας από 15 έως 44 ετών. Ευτυχώς, είναι κατά κανόνα απόλυτα ιάσιμος, με συνολική 5ετή επιβίωση 97%.

Συμπτώματα

Τυπικά, ο καρκίνος του όρχι παρουσιάζεται σα μια ανώδυνη διόγκωση του όρχι που αυξάνει τις διαστάσεις του ταχύτατα. Το 20% περίπου των ασθενών μπορεί να έχουν πόνο τοπικά, γεγονός που μπορεί να καθυστερήσει τη διάγνωση, μιας και δίνει την εντύπωση μίας φλεγμονής του όρχι (ορχίτιδα) ή της επιδιδυμίδας (επιδιδυμίτιδα). Αν και η πρώιμη διάγνωση είναι σημαντική, η συνολική πρόγνωση είναι εξαιρετική, ακόμα και αν η νόσος διαγνωσθεί σε προχωρημένο στάδιο.

Παράγοντες κινδύνου

Οι κυριότεροι είναι οι εξής:

  • Ιστορικό κρυψορχίας (όταν ο όρχις δεν κατεβαίνει δηλαδή φυσιολογικά στο όσχεο)
  • Υπογονιμότητα (με παθολογικούς ή/και μικρότερους όρχεις)
  • Οικογενιακό ιστορικό καρκίνου των όρχεων (που αυξάνει τον κίνδυνο έως 10 φορές)
  • Λευκή φυλή
  • Ιστορικό όγκου στον έτερο όρχι (αυξάνει 12 φορές τον κίνδυνο).

Κλινικές εκδηλώσεις

Δεδομένου του ότι ο καρκίνος του όρχι είναι ένας εξαιρετικά γρήγορος (διπλασιάζει τον όγκο του σε 30-45 ημέρες) παρουσιάζεται συνήθως σα μια ψηλαφητή μάζα εντός του οσχέου, που μεγαλώνει γρήγορα και ανώδυνα. Οι ασθενείς όμως μπορεί επίσης να παρουσιάσουν:

  • Δευτερογενή υδροκήλη (αντιδραστική συλλογή υγρού γύρω από τον όρχι)
  • Παρανεοπλαστικά σύνδρομα (όταν ορμόνες που παράγονται από τον όγκο προκαλούν ενδοκρινολογικά συμπτώματα)
  • Μη ειδικά γενικά συμπτώματα (απώλεια βάρους, πυρετό, κόπωση, ρίγη, νυχτερινή εφύδρωση, μείωση της όρεξης κ.ά.)
  • Συμπτώματα μεταστατικής νόσου (π.χ. κοιλιακό άλγος από τους λεμφαδένες, αιμόπτυση από πνευμονικές μεταστάσεις, πονοκέφαλο από εγκεφαλικές μεταστάσεις).

Διάγνωση

Οποιαδήποτε κλινικά ύποπτη διόγκωση του οσχέου πρέπει να εξεταστεί από ειδικό ιατρό άμεσα. Δεδομένης της ταχύτατης ανάπτυξης της νόσου μετά την αρχική φυσική εξέταση, ο ασθενής πρέπει να υποβάλεται σε υπερηχογράφημα οσχέου για να αποκλειστεί (ή να επιβεβαιωθεί), η παρουσία μάζας εντός του όρχι. Ο υπέρηχος έχει υψηλότατη ειδικότητα και ευαισθησία στη διερεύνηση όγκων του όρχι. Κατά τον λοιπό απεικονιστικό έλεγχο, μπορεί να φανούν παθολογικά διογκωμένοι λεμφαδένες.

Αν και εφόσον φανεί όγκος εντός του όρχι, οι ασθενείς πρέπει να κάνουν αιματολογικές εξετάσεις (για καρκινικούς δείκτες) και αξονική τομογραφία κοιλίας και θώρακα για να ολοκληρωθεί η σταδιοποίηση. Οι καρκινικοί δείκτες που απαιτούνται είναι η α-FP (α-φετοπρωτεΐνη) και η βHCG (β χοριακή γοναδοτροπίνη). Ανάλογα με την ιστολογική μορφή του όγκου μπορεί να παράγεται ένας, και οι δύο, αλλά κάποιες φορές και κανένας από αυτούς τους δείκτες. Στους νέους αυτούς ασθενείς ζητάμε επίσης και την LDH, μια υδρογονάση, η οποία δεν είναι ειδικός καρκινικός δείκτης του καρκίνου του όρχι, αλλά η συγκέντρωσή της είναι ποσοτικός δείκτης του όγκου (όσο περισσότερα καρκινικά κύτταρα υπάρχουν δηλαδή, τόσο υψηλότερη είναι η συγκέντρωσή της στο αίμα).

Βιοψία του όρχι

Οποιοσδήποτε όγκος του όρχι απαιτεί άμεση χειρουργική αφαίρεση, με μία τομή που γίνεται στη βουβωνική χώρα (όμοια με αυτή της χειρουργικής αποκατάστασης της βουβωνοκήλης). Απαγορεύεται οποιοσδήποτε χειρουργικός χειρισμός με τομή στο όσχεο, αν υπάρχει η παραμικρή υποψία καρκίνου στον όρχι (για να αποφευχθεί η διασπορά της νόσου). Μετά την αρχική τομή, τοποθετείται μια λαβίδα που μπλοκάρει τα στοιχεία του τόνου (τα αγγεία δηλαδή του όρχι, με την επιδιδυμίδα, μέσω της οποίας περνούν τα σπερματοζωάρια για να καταλήξουν στην ουρήθρα) και όλος ο όρχις αποκαλύπτεται, πρωτού αφαιρεθεί.

Αν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία, μπορεί να σταλεί ταχεία βιοψία (για να επιβεβαιώσει τη νόσο, πρωτού αφαιρεθεί ο όρχις), αλλά αν η οριστική βιοψία (που βγαίνει 2-3 μέρες αργότερα) αναδείξει καρκίνο, ο ασθενής πρέπει να επιστρέψει στο χειρουργείο για να υποβληθεί σε αφαίρεση. Αυτό είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο για το οποίο ο ασθενής πρέπει να είναι ενήμερος και προετοιμασμένος.

Αμέσως μετά την αφαίρεση του όρχι, μπορεί να τοποθετηθεί μία πρόθεση σιλικόνης, έτσι ώστε το όσχεο να δείχνει αισθητικά φυσιολογικό. Η τελική ιστολογική εξέταση του παρασκευάσματος (του όρχι που αφαιρέθηκε) θα καθορίσει το στάδιο, με βάση το οποίο προγραμματίζεται η περαιτέρω παρακολούθηση, αλλά ίσως και θεραπεία (κάποιες φορές χρειάζεται συμπληρωματικά χημειοθεραπεία).

Εδώ σημειώνουμε ότι η καρκίνος του όρχι είναι το νεόπλασμα που απαντά καλύτερα από τα περισσότερα άλλα στη χημειοθεραπεία (με βάση την πλατίνα), την οποία προγραμματίζει ειδικός ογκολόγος. Η χημειοθεραπεία διαρκεί λίγες εβδομάδες και η συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών θεραπευέται πλήρως.

Αν έχετε την οποιαδήποτε αμφιβολία για κάποιο εύρημα εντός του οσχέου, επικοινωνήστε άμεσα με τη γραμματεία του ιατρείου μας και ζητήστε επείγον ραντεβού, για ψηλαφητό μόρφωμα οσχέου.

ΑΙΜΑΤΟΥΡΙΑ (αίμα στα ούρα)

ΑΙΜΑΤΟΥΡΙΑ (αίμα στα ούρα)

ΑΙΜΑΤΟΥΡΙΑ (αίμα στα ούρα).

Αιματουρία ορίζεται η παρουσία του αίματος στα ούρα (σε φυσιολογικές συνθήκες τα ούρα δεν έχουν αίμα).Μπορεί να είναι είτε μικροσκοπική (όταν δε είναι ορατή με το γυμνό μάτι, αλλά βρίσκεται στη γενική ούρων ή στο λεγόμενο stick ούρων) είτε μακροσκοπική (όταν οι ασθενείς παρατηρήσουν  ερυθρά ούρα κατά τη διάρκεια της ούρησης). Η αιματουρία είναι ένα σύμπτωμα με το οποίο πολλοί ασθενείς παρουσιάζονται στον Ουρολόγο και πρέπει να διευρευνάται διεξοδικά, καθώς μπορεί να υποκρύπτει διάφορες παθολογίες που χρήζουν άμεσης αντιμετώπισης.

Πολλά περιστατικά αιματουρίας οφείλονται σε εντελώς καλοήθεις καταστάσεις, όπως για παράδειγμα αφυδάτωση ή η έντονη φυσική άσκηση ή εργασία. Υπάρχουν μάλιστα και περιπτώσεις τροφών ή φαρμάκων τα οποία αλλοιώνουν το χρώμα των ούρων (γνωστότερο παράδειγμα τα παντζάρια). Προφανείς αιτίες είναι τα τραύματα,οι ουρολοιμώξεις, οι πέτρες των νεφρών και των ουρητήρων (ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια ενός κωλικού, μιας ιδιαίτερα επώδυνης κατάστασης), η καλοήθης υπερπλασία του προστάτη (ο οποίος όταν αυξηθεί σημαντικά σε μέγεθος τείνει να έχει μεγάλα και εύθραυστα αγγεία) και λήψη αντιπηκτικών φαρμάκων. Εννοείται ότι πολλοί ασθενείς μπορούν να έχουν παραπάνω από μία αιτίες, έχοντας αυξημένο κίνδυνο αιματουρίας.

Η λίστα με τις πιθανές αιτίες περιλαμβάνει και διάφορα νεοπλάσματα (καρκίνους) με συχνότερα αυτά των νεφρών και της ουροδόχου κύστης. Ο καρκίνος του προστάτη μπορεί να προκαλέσει αιματουρία (και για το λόγο αυτό στα πλαίσια της διερεύνησης εξετάζεται το PSA – ειδικό προστατικό αντιγόνο – εφόσον δεν συνυπάρχει ουρολοίμωξη), αλλά είναι εξαιρετικά σπάνιες οι περιπτώσεις διάγνωσης καρκίνου του προστάτη μετά από αιματουρία.

Στα πλαίσια της διερεύνησης, οι ασθενείς οφείλουν να υποβληθούν σε απεικονιστικό έλεγχο (υπερηχογράφημα ή/και αξονική τομογραφία), αλλά και σε κυστεοσκόπηση. Με τον υπέρηχο εξετάζονται οι νεφροί (έτσι ώστε να αποκλειστεί καρκίνος των νεφρών) και με την αξονική εξετάζονται πιθανοί λίθοι, αλλά και νεοπλάσματα των νεφρών και των ουρητήρων.

Αφού αποκλειστεί καρκίνος στους νεφρούς, ο ασθενής πρέπει να υποβληθεί σε κυστεοσκόπηση, είτε (ιδανικά) με εύκαμπτο είτε με άκαμπτο κυστεοσκόπιο, έτσι ώστε να αποκλειστεί η παρουσία καρκίνου και στην κύστη. Δυστυχώς δεν υπάρχει τέλεια απεικονιστική εξέταση για την ουροδόχο κύστη, οπότε ο ενδοσκοπικός έλεγχος είναι απολύτως απαραίτητος. Αν βέβαια, στον υπέρηχο ή στην αξονική φανεί όγκος εντός του τοιχώματος της κύστης, ο ασθενής μπορεί να κάνει την κυστεοσκόπηση υπό γενική αναισθησία, και εφόσον η παρουσία καρκίνου επιβεβαιωθεί, να αφαιρεθεί με μία μόνο αναισθησία.

Η επέμβαση αυτή ονομάζεται διουρηθρική εκτομή θηλώματος, γίνεται δια της ουρήθρας και στόχος της είναι η πλήρης αφαίρεση του νεοπλάσματος. Η ιστολογική εξέταση οφείλει να απαντήσει κυρίως δύο ερωτήματα; τί είδους κύτταρα περιέχει ο όγκος (το λεγόμενο grade, που δείχνει το βαθμό κακοήθειας) και το πόσο επιφανειακός ή μη είναι ο όγκος. Το τοίχωμα της  ουροδόχου κύστης έχει διάφορα στρώματα και εφόσον ο καρκίνος είναι επιφανειακός, αυτού του είδους η εκτομή είναι ικανή να ελέγχει τη νόσο.

Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι ότι οι ασθενείς υποβάλλονται σε αυτές τις εξετάσεις για να αποκλειστεί καρκίνος και όχι για να διαγνωσθεί.

 

ΚΑΡΚΙΝΟΣ ΤΗΣ ΟΥΡΟΔΟΧΟΥ ΚΥΣΤΗΣ

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κύριος παράγοντας κινδύνου για να αναπτύξει κανείς καρκίνο της ουροδόχου κύστης είναι το κάπνισμα και η έκθεση σε μια σειρα από χημικές ουσίες (κυρίως αρωματικές αμίνες). Σημαντικό στοιχείο αποτελεί ότι οι ασθενείς αυτοί έχουν εκθέσει όλη την ουροδόχο κύστη σε αυτούς τους παράγοντες κινδύνου το οποίο σημαίνει ότι υπάρχει πάντα σοβαρός κίνδυνος υποτροπής της νόσου. Αυτό μπορεί να γίνει αν ο αρχικός όγκος δεν αφαιρεθεί πλήρως (οπότε τα καρκινικά κύτταρα θα αναπτύξουν καινούργιο όγκο στο ίδιο σημείο), αλλά συχνότερα η κύστη αναπτύσσει γενικά καινούργιους όγκους.

Με βάση τα χαρακτηριστικα (μέγεθος, θέση, αριθμός όγκων), αλλά και την ιστολογική εξέταση του πρώτου παρασκευάσματος, χαρακτηρίζουμε τους όγκους ως χαμηλού ή υψηλού κινδύνου. Η πιθανότητα υποτροπής είναι πάντα υπαρκτή, αλλά οι χαμηλοί κινδύνου καρκίνοι, αν και όταν υποτροπιάσουν τείνουν να παραμένουν επιφανειακοί και δεν χρήζουν περαιτέρω θεραπείας (μόνο ενδοσκοπική παρακολούθηση). Οι λεγόμενοι ενδιάμεσου κινδύνου καρκίνοι θα χρειαστούν χημειοθεραπευτικές ενδοκυστικές εγχύσεις (η χημειοθεραπεία δε δίνεται στις φλέβες, αλλά εισέρχεται στην κύστη μέσω ενός καθετήρα ο οποίος αφαιρείται μετά τη χορήγηση), για να καθυστερήσει η οποιαδήποτε τυχόν υποτροπή.

Οι υψηλού κινδύνου καρκίνοι, έχουν σημαντικά υψηλότερη πιθανότητα, εφόσον υποτροπιάσουν, να διηθούν τον εξωστήρα μυ της κύστης. Για το λόγο αυτό, μετά την αρχική εκτομή, απαιτούν περαιτέρω ανοσοθεραπεία με ενδοκυστικές εγχύσεις BCG (που περιέχει αποδυναμωμένα στελέχη του Βάκιλου της φυματίωσης, με σκοπό να ενεργοποιήσει την τοπική άμυνα του οργανισμού, έτσι ώστε σε περίπτωση υποτροπής, να περιοριστεί ο όγκος στα επιφανειακά στρώματα για να είναι εξαιρέσιμος διουρηθρικά).

Στις σπανιότερες περιπτώσεις όπου η νόσος θα εισέρχεται εντός του μυικού χιτώνα (εξωστήρα μυ), η αντιμετώπιση αυτή δε θα είναι αρκετή. Στην περίπτωση αυτή, ο ασθενής χρήζει ριζικής θεραπείας (σε όλη την κύστη) η οποία μπορεί να είναι ακτινοβολία ή χειρουργική. Πριν την επιλογή της ριζικής θεραπείας (ακτινοβολίας ή ριζική κυστεκτομής), ο ασθενείς υποβάλλεται σε περαιτέρω εξετάσεις σταδιοποίησης, έτσι ώστε να αποκλειστεί ότι η νόσος έχει δώσει μεταστάσεις (σε αυτή την περίπτωση, αναλαμβάνουν οι ογκολόγοι την περαιτέρω θεραπεία).

Οι ασθενείς που επιλέγουν την εξωτερική ακτινοβολία, θα χρειαστεί να κάνουν μια συνεδρία σχεδιασμού, έτσι ώστε ο ακτινοθεραπευτής να οργανώσει το πεδίο που θα λάβει τη θεραπεία, αλλά και τον αριθμό συνεδριών και δόσεων. Συνήθως, οι ασθενείς υποβάλλονται σε πολλαπλές συνεδρίες (περίπου 4 εβδομάδες) έως ότου συμπληρώσουν τη συνολική δόση που απαιτείται. Στα υπέρ είναι η διατήρηση της ουροδόχου κύστης, η οποία από την άλλη υφίσταται βλάβες στο σύνολό της (όχι μόνο τα καρκινικά κύτταρα), γεγονός που θα προκαλέσει τις όποιες πιθανές επιπλοκές.

Η ριζική κυστεκτομή στις γυναίκες και ριζική κύστεοπροστατεκτομή στους άντρες (όπου αφαιρείται και ο προστάτης) είναι ένα μεγάλο χειρουργείο με το οποίο αλλάζει ριζικά η ανατομία της πυέλου. Η ουροδόχος κύστης αφαιρείται και δημιουργείται μία νέα από τμήμα του εντέρου. Κατόπιν οι ουρητήρες εμφυτεύονται στην “καινούργια” κύστη, η οποία είτε αναστομώνεται στην υπάρχουσα ουρήθρα (εφόσον η ουρήθρα δεν έχει νόσο και στην περίπτωση αυτή ο ασθενής ουρεί από την φυσιολογική του ουρήθρα), είτε δημιουργείται μια στομία από την οποία αποβάλλονται πλέον τα ούρα. Υπάρχουν πολλές τεχνικές, με διαφορετικές πιθανές επιπλοκές και η τελική επιλογή γίνεται με βάση πολλά διαφορετικά στοιχεία.